Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/6/20

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΑ ΓΛΥΠΤΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ. ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ. ΤΟΜΟΣ ΙΙ

Βασιλική Μαχαίρα
Ελληνιστικά γλυπτά της Ρόδου 
Κατάλογος. Τόμος ΙΙ

Αθήνα, Κέντρο Ερεύνης της Αρχαιότητος-Ακαδημία Αθηνών, 2020 (Ιούνιος) 

Σελίδες: 141, με α/μ εικόνες 
Διαστάσεις: 21 x 28 εκ. 
ISBN χαρτόδετου: 978-960-404-363-7 
Τιμή: 80,00 € // στο βιβλιοπωλείο μας 72,00 € 



«Οκτώ χρόνια μετά την έκδοση του τόμου Ι του Καταλόγου των ελληνιστικών γλυπτών της Ρόδου και, πάντως, στην ίδια δεκαετία παραδίδεται στην επιστημονική κοινότητα ο δεύτερος τόμος. Σε αυτόν περιλαμβάνονται όχι μόνο ολόγλυφα έργα, κορμοί και κεφαλές αγαλμάτων, αλλά και ανάγλυφα, αναθηματικά ή επιτύμβια. Περιλαμβάνονται αδημοσίευτα γλυπτά, πολύ λίγα αναφέρονται και σπανιότατα απεικονίζονται στα Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου ή στα Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Κρίθηκε σκόπιμο, μάλιστα, να περιληφθεί και θραυσματικό υλικό το οποίο δεν συγκολλάται απαραίτητα σε συνευρήματα από οικόπεδα με πλούσια γλυπτικά ευρήματα. Πλην των ανασκαφικών ευρημάτων, κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960, κυρίως, διαπιστώνονται πολλές παραδόσεις αρχαίων: σε αυτές τις περιπτώσεις στοιχείο αναφοράς είναι η διεύθυνση του ιδιώτη που παραδίδει το αντικείμενο, ενίοτε και με δήλωση του σημείου εύρεσης. Για την πληρότητα της τεκμηρίωσης παρατίθενται αυτά τα στοιχεία, χωρίς, ωστόσο, να δίνεται εξαιρετική βαρύτητα στην πληροφορία.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ροδιακής πλαστικής είναι η χρήση αγαλματικών τύπων σε διάφορα μεγέθη, λόγος για τον οποίο δεν θεωρούμε δόκιμη τη διάκριση σε μεγάλη πλαστική αλλά σε ολόγλυφη πλαστική, με δεδομένο μάλιστα ότι χαρακτηριστικό της ροδιακής πλαστικής συνιστά η παραγωγή σειρών των αγαλματικών τύπων σε διάφορα μεγέθη. Έχουμε, εξ άλλου, επισημάνει και σε άλλη θέση τη σχέση της πλαστικής με την κοροπλαστική.

[…] Σε αυτόν τον τόμο ολοκληρώνεται ο κατάλογος· περιελήφθησαν και αποσπασματικά, χειρωνακτικά γλυπτά καθώς και σπαράγματα γλυπτών, ακόμα και όταν η προέλευση δεν πιστοποιείται απολύτως με γνώμονα ότι αυτά θα είχαν θέση μόνο σε έναν κατάλογο. Ας ληφθεί μάλιστα υπ' όψιν ότι αυτά απεικονίζονται και σχολιάζονται για πρώτη φορά σε συνάφεια προς το ανασκαφικό τους περιβάλλον καθώς και τα σχετικά συνευρήματα.

Στον προβλεπόμενο τόμο ΙΙΙ, θέση έχουν τα εκτός Ρόδου και εκτός Ελλάδος ροδιακά γλυπτά, η προέλευση των οποίων από τη Ρόδο είτε πιστοποιείται με δημόσια έγγραφα είτε έχει υποτεθεί και τεκμηριώνεται με σχετική έρευνα, κυρίως όμως η σύνθεση σχετικά με τη ροδιακή πλαστική κατά την ελληνιστική περίοδο, όπως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα που ήρθαν στο φως στο νησί και στην πόλη της Ρόδου.»

Βασιλική Μαχαίρα
(από τον πρόλογο)



29/9/17

ΙΚΑΡΟΣ.ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΚΕΡΑΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ, 1928-1988

Γιάννος Ιωαννίδης / Yiannos Ioannidis  
Icaro – Ίκαρος 
Το Εργοστάσιο Κεραμικών της Ρόδου / The Pottery Factory of Rhodes, 1928-1988 

Κατάλογος έκθεσης
Επιμέλεια: Γιάννος Ιωαννίδης 
Μετάφραση: Γιάννης Παπαδήμος, Κατερίνα Κουντούρη 
Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη 2017 
Σελίδες: 259, με έγχρωμες και α/μ εικόνες 
Διαστάσεις: 25 x 32 εκ. 
ISBN 978-960-476-216-3 
Τιμή 38,00 € / στο βιβλιοπωλείο μας 30,40 €



« Κατά τις δεκαετίες του 1860 και 1870 μία εκτεταμένη συλλογή κατάκοσμων κεραμεικών άγνωστης προέλευσης αγοράστηκε από το Μουσείο του Κλουνί στο Παρίσι. Είχαν αποκτηθεί στη Ρόδο, μέρος τότε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και σύμφωνα με την παράδοση αποδίδονταν σε Ιρανούς κεραμείς που είχαν ναυαγήσει κοντά στην Λίνδο μερικούς αιώνες νωρίτερα. Η ονομασία επικράτησε: "Ροδίτικα" κεραμικά συλλέχθηκαν και αντιγράφηκαν ευρύτατα κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα σε όλη την Ευρώπη, για παράδειγμα από τη βιοτεχνία Κανταγκάλλι στη Φλωρεντία, εξειδικευμένη σε αναβιώσεις κεραμεικών από μαγιόλικα. Συνακόλουθα, η υιοθέτηση του "Ροδίτικου" ύφους για τα κεραμικά του εργαστηρίου που ιδρύθηκε το 1928 στην ιταλοκρατούμενη πλέον Ρόδο δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει, μολονότι ήδη την εποχή εκείνη ήταν γνωστό στους ειδικούς ότι τα παλαιά "Ροδίτικα" προέρχονταν από τη μικρασιατική πόλη Ιζνίκ (Νίκαια). Παράλληλα, κατασκευαστές στη βιομηχανική ζώνη του Πειραιά αξιοποιούσαν την τεχνογνωσία προσφύγων αγγειοπλαστών από την Κιουτάχεια για παρόμοια κεραμικά, τα οποία όμως ανήκαν σε μια διαφορετική προσπάθεια αναβίωσης της οθωμανικής κεραμικής παράδοσης. Η παραλληλία αυτή δεν ήταν μια απλή σύμπτωση, καθώς οι μεσοπολεμικές αισθητικές αναζητήσεις εναγκαλίζονταν εξίσου τον μοντερνισμό και τη λαϊκή τέχνη, συνυφαίνοντας διεθνισμό και τοπικισμό.

Η παραγωγή του I.C.A.R.O. (ή ΙΚΑΡΟΣ, μετά το 1946) δεν ήταν απλά αντιγραφική. Τα σχήματα προσαρμόστηκαν σε σύγχρονες χρήσεις, για παράδειγμα τα κυλινδρικά μόνωτα κύπελλα αντικαταστάθηκαν από σταχτοδοχεία. Τα σχέδια αναφέρονταν ευθέως στις παραδόσεις του νησιού και σε τοπικά αξιοθέατα. Η χρωματική παλέτα των ιζνίκ εμπλουτίστηκε ακολουθώντας εξελίξεις στην τεχνολογία και το γούστο. Οι δημιουργίες του εργαστηρίου κατά τις έξι δεκαετίες ζωής του αποτελούν μια σημαντική κληρονομιά, η οποία τεκμηριώνεται διεξοδικά σε τούτον τον πολυτελή τόμο...»

Γιώργης Μαγγίνης
Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής
Μουσείο Μπενάκη
(από τον κατάλογο)


 




13/8/15

ΤΟ ΘΑΝΑΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Εμμανουήλ/Μανόλης Λιμενίτης
Το Θανατικόν της Ρόδου

Επιμέλεια: Cünther Steffen Henrich
Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης-Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη] 2015
122 σελ. με α/μ εικόνες
ISBN 978-960-231-1
Τιμή 12,72 € / στο βιβλιοπωλείο μας 10,17 €




Το έμμετρο Θανατικόν της Ρόδου του Εμμανουήλ/Μανόλη Λιμενίτη (γνωστού παλιότερα ως Γεωργηλλά) αναφέρεται στην επιδημία πανούκλας που ξέσπασε στην ιπποτοκρατούμενη πόλη της Ρόδου τον Οκτώβριο του 1498. Ακολουθώντας μια παραδοσιακή χριστιανική κοσμοθεωρία, που αποδίδει τις φυσικές και άλλες καταστροφές στις αμαρτίες των ανθρώπων, κυρίως στον ελεύθερο ερωτισμό, στα τυχερά παιχνίδια και στην απληστία, ο ποιητής παρουσιάζει την επιδημία ως δίκαιη θεία τιμωρία.

Το ποίημα διαθέτει και στοιχεία «ιστορικού θρήνου», που γίνεται λυρικότερος με τη χρήση πολλών κοινωνικοανθρωπολογικών και λαογραφικών παρατηρήσεων για τις ωραίες Ροδίτισσες και γενικά τον αστικό και τον ιπποτικό κόσμο του νησιού, καθώς και γνωρίσματα της διαδεδομένης στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση παραινετικής και ηθικοδιδακτικής λογοτεχνίας, ειδικότερα του είδους των «ομιλιών» και της μισογυνικής σάτιρας του «καθρέπτη γυναικών». Τμήματα του ποιήματος με ξεχωριστό ενδιαφέρον αποτελούν η εικαστική, δυτικοευρωπαϊκού τύπου περιγραφή («έκφραση») του Χάρου και ο διάλογος του Ποιητή με τον «Λογισμό» του, που παραπέμπει στο είδος του θεατρόμορφου/δραματικού διαλόγου.

Σε Επίμετρο, ο γλωσσολόγος επιμελητής της έκδοσης Günther Steffen Henrich, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λιψίας, παραθέτει και άλλες «εκφράσεις» του Χάρου, ποιητικές περιγραφές για την Ημέρα της Κρίσεως και λογοτεχνικές μαρτυρίες για επιδημίες και φυσικές καταστροφές.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)