Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/7/15

“ΔΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΝ ΕΞΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ”. Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΙΔΡΥΣΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Αντώνης Γλυτζουρής
“δια την διανοητικήν εξύψωσιν του λαού”. Η απόπειρα ίδρυσης Εθνικού Θεάτρου στις απαρχές της πρώτης βενιζελικής κυβέρνησης

Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών 2015
208 σελ.
ISBN 978-960-524-442-2
Τιμή 12,00 € / στο βιβλιοπωλείο μας 9,60




Στις 2 Οκτωβρίου 1910, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο μεγάλος νικητής των εκλογών του Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, συναντήθηκε με τον Γεώργιο Α’ για να ρυθμίσουν τον σχεδιασμό της νέας κυβέρνησης. Τη φθινοπωρινή εκείνη βραδιά, αμέσως μετά τη συνάντησή τους, ο Βενιζέλος ακολούθησε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη για Έλληνα πρωθυπουργό διαδρομή. Επισκέφτηκε το θέατρο Πανελλήνιον για να παρακολουθήσει το ζοφερό Ρόσμερσχολμ του Ίψεν από τον θίασο του Θωμά Οικονόμου• και επανέλαβε την επίσκεψή του λίγες μέρες αργότερα, στο ίδιο θέατρο, «το αποπνέον μποεμισμόν», για να δει τους Βρικόλακες. Αυτά τα νέα πρωθυπουργικά ήθη καταγράφηκαν στον Τύπο και γνώρισαν, φυσικά, τα ενθουσιώδη σχόλια των δημοτικιστών του Νουμά. Τα γεγονότα που ακολούθησαν, μάλιστα, απέδειξαν ότι οι παραπάνω κινήσεις δεν ήταν διόλου τυχαίες. Οι νέες συνθήκες που επικράτησαν στην πολιτική ζωή του τόπου μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα στο Γουδί έδιναν το δικαίωμα στις ανανεωτικές δυνάμεις της εγχώριας διανόησης να βλέπουν πως είχε φτάσει η ώρα για μια Ανόρθωση και στο θεατρικό καθεστώς. Εκείνον τον πολιτικά «θερμό» χειμώνα του 1910-11 λοιπόν, δύο περίπου χρόνια μετά το κλείσιμο του Βασιλικού Θεάτρου, εκδηλώθηκε, εντελώς αναπάντεχα, μια δυναμική πρωτοβουλία που στόχευε στην ίδρυση Εθνικού Θεάτρου…

Αξιοποιώντας για πρώτη φορά υλικό από το Αρχείο Βενιζέλου του Μουσείου Μπενάκη σε συνδυασμό με τη σχετική αρθρογραφία της εποχής, το μικρό αυτό μελέτημα επιχειρεί να παρουσιάσει αυτήν την προσπάθεια, εστιάζοντας στο ζήτημα της θεατρικής διαπαιδαγώγησης του «ελληνικού λαού», στο όνομα του οποίου, άλλωστε, σημειώθηκε η όλη εξόρμηση. Η έκδοση συμπεριλαμβάνει σε μορφή σχολιασμένων Παραρτημάτων τα σχετικά υπομνήματα των Νίκου Καζαντζάκη και Νικόλαου Ποριώτη καθώς και άλλες αναφορές και επιστολές προς τον πρωθυπουργό.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου) 



21/1/14

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ (1930-1941)

Εθνικό Θέατρο. Τα πρώτα χρόνια (1930-1941)

Κείμενα: Δημήτρης Σπάθης, Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Αντιγόνη Μανασσή
Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2013
327 σελ. με 342 έγχρωμες και α/μ εικόνες
ISBN 978-960-250-586-1
Τιμή 50,00 € / στο βιβλιοπωλείο μας 45,00 €


Η έκδοση αυτή παρουσιάζει σε χρονολογική σειρά τη σκηνική δραστηριότητα του Εθνικού Θεάτρου από την έναρξη της λειτουργίας του (1932) μέχρι την ανακοπή της καλλιτεχνικής του πορείας, εξαιτίας της γερμανικής κατοχής (1941). Ο κατάλογος των παραστάσεων βασίστηκε κυρίως στην πλήρη σειρά θεατρικών προγραμμάτων της κρατικής σκηνής, που φυλάσσονται στη Συλλογή Τεκμηρίων Παραστατικών Τεχνών του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ. Στην έκδοση δημοσιεύονται επίσης μελέτες για την ίδρυση και τα πρώτα χρόνια της ιστορίας του Εθνικού Θεάτρου, ανέκδοτες μεσοπολεμικές μαρτυρίες καλλιτεχνών και συνεργατών της κρατικής σκηνής και χρονολόγιο (1930-1941). Η εικονογράφηση του τόμου προέρχεται στο μεγαλύτερο μέρος της από τα αρχεία των φωτογράφων Τάσου Μελετόπουλου (1908-1969) και Λέοντα Φραντζή (1889-1965) (ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ). Με μια μεθοδική εργασία ιχνηλασίας, επιχειρήθηκε να μεταφερθούν στον τόμο αυτό τα σωζόμενα χνάρια και ο απόηχος της πορείας ενός επίσημου καλλιτεχνικού φορέα και να αναγνωριστούν, όσο αυτό είναι εφικτό, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που τη σφράγισαν.

1934, ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΛΑΣ, Ιούδας
Ανάγνωση του έργου. Μπροστά: Φώτος Πολίτης, Σπύρος Μελάς. Πίσω: Ιωάννης Αυλωνίτης, 
Μήτσος Μυράτ, Μιλτιάδης Λιδωρίκης, Κατίνα Παξινού, Αλέξης Μινωτής, Μιράντα Μυράτ, 
Γεώργιος Ταλάνος, Μανώλης Σκουλούδης, Χρήστος Ευθυμίου, Άρης Μαλλιαγρός. 
Φωτ. Τάσος Μελετόπουλος

Η ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου, την άνοιξη του 1930, άνοιγε νέες προοπτικές για τη θεατρική παιδεία του τόπου. Ο Δημήτρης Σπάθης επισημαίνει: «Στην αρχική φάση της λειτουργίας του, το Εθνικό Θέατρο διέθετε πόρους επαρκείς, χάρη στην κρατική επιδότηση, εξοπλισμό ικανοποιητικό στη σκηνή του ανακαινισμένου κτιρίου της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, έναν κανονισμό που μπορούσε να εξασφαλίσει τότε στο ίδρυμα ομαλή λειτουργία και σχετική αυτοτέλεια, διοίκηση από αρμόδια πρόσωπα (διευθυντής ο Ιωάννης Γρυπάρης), σκηνοθέτη τον Φώτο Πολίτη και καλλιτεχνικό δυναμικό που ανάλογό του δεν είχε συγκεντρωθεί ποτέ άλλοτε σε ελληνικό θίασο. Ο Φώτος Πολίτης (1890-1934) θα ανεβάσει από το 1932 ως το Δεκέμβρη του 1934, άλλοτε μόνος, σπανιότερα με το βοηθό και διάδοχό του Δημήτρη Ροντήρη, γύρω στα τριάντα έργα, αρχαία δράματα και ξένους συγγραφείς, κυρίως κλασικούς αλλά και νεότερους. Η αξιοποίηση του αρχαίου δράματος στη σύγχρονη σκηνή, η συστηματική και σε βάθος ερμηνεία των κλασικών έργων, η ενσωμάτωση στη θεατρική παιδεία ξεχασμένων στοιχείων της νεοελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, η πρόοδος που σημειώνει τα χρόνια εκείνα η σκηνοθεσία και η υποκριτική και γενικότερα η άνοδος της καλλιτεχνικής στάθμης του θεάτρου είναι επιτεύγματα στα οποία η συμβολή του Πολίτη υπήρξε πολύτιμη.

1937, ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ, Άμλετ. 
Αναμνηστική φωτογραφία: Αιμίλιος Βεάκης, Μάνος Κατράκης, Μίχης Ιακωβίδης, 
Δημήτρης Ροντήρης, Αλέξης Μινωτής, Κλεόβουλος Κλώνης. 
Φωτ. Λέων Φραντζής

Στο συγκρότημα του Εθνικού Θεάτρου αντιπροσωπεύτηκαν όλες οι γενιές ηθοποιών με τους πιο αξιόλογους εκπροσώπους τους. Ο κρατικός θίασος αποτέλεσε έτσι την πιο εντυπωσιακή συμπαράταξη δυνάμεων που μπορούσε τότε να επιτευχθεί. Με αυτό το δυναμικό, ο Φώτος Πολίτης και ο Δημήτρης Ροντήρης (από το 1934 και μετά) έδωσαν τις αρτιότερες παραστάσεις που είχε γνωρίσει ως τότε η ελληνική σκηνή». Οι μεσοπολεμικές παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου χαρακτηρίστηκαν από ομαδικό πνεύμα, ξεχωριστές επιδόσεις στην υποκριτική, υψηλή αισθητική, τεχνική αρτιότητα και ενδιαφέροντες πειραματισμούς στην όψη (σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί), στη μουσική και στην κίνηση. 

29/3/12

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ».



Το βιβλίο της Λυδίας Σαπουνάκη-Δρακάκη και
της Μαρίας Λουίζας Τζόγια-Μοάτσου

Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου
έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης,

θα παρουσιαστεί στο αμφιθέατρο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, τη Δευτέρα 2 Απριλίου 2012, στις 20:00



Θα μιλήσουν:
- ο Βίκτωρ Αρδίττης, διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και καθηγητής στο ΑΠΘ, σκηνοθέτης,
- ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, ιστορικός τέχνης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης,
- ο Πλάτων Μαυρομούστακος, θεατρολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,
- η Φωτεινή Μπαξεβάνη, ηθοποιός και
- οι συγγραφείς του βιβλίου.


ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ιδρύθηκε το 1930, συγχρόνως με το Εθνικό Θέατρο και αφού είχαν προηγηθεί πολύχρονες, αποσπασματικές και συνήθως αναποτελεσματικές προσπάθειες εκπαίδευσης των ηθοποιών, κυρίως από ιδιώτες. Ως παράρτημα του Θεάτρου συνδέθηκε –και συνδέεται– στενά με την ιστορία της πόλης, δεδομένου ότι αντικατόπτριζε τις αξίες της τοπικής κοινωνίας της Αθήνας και του αστικού πολιτισμού, αποτελώντας πεδίο εφαρμογής των νέων τάσεων, συγκρούσεων και αντιστάσεων των εμπλεκόμενων προσώπων.

Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της η σχολή συμπεριέλαβε στο διδακτικό προσωπικό της σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, οι οποίοι άφησαν πολύτιμο έργο στα θεατρικά δρώμενα του τόπου. Άλλωστε, πολλοί από τους αποφοίτους της υπήρξαν οι κατοπινοί πρωταγωνιστές του Εθνικού αλλά και του ελεύθερου θεάτρου, σκηνοθέτες, θεατρικοί κριτικοί, ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, ηθοποιοί του κινηματογράφου και, αργότερα, της τηλεόρασης. Η εφαρμογή των προγραμμάτων διδασκαλίας της σχολής, σε συνάρτηση με τις στεγαστικές ανάγκες της, αντιμετωπίστηκε κατά περιόδους με διάφορους και συχνά περιπετειώδεις τρόπους.

Μέσα από την ενδελεχή μελέτη των ανέκδοτων πρακτικών των συνεδριάσεων του συλλόγου καθηγητών της σχολής και άλλων πηγών καταγράφεται η εξελικτική πορεία της, διερευνώνται συστηματικά οι μηχανισμοί υλοποίησης της θεατρικής εκπαίδευσης τα τελευταία 80 χρόνια και αποδεικνύεται η διαχρονικότητα των ευρύτερων προβληματισμών σχετικά με την εκπαίδευση των ηθοποιών.

Η έρευνα επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά ερωτήματα σχετικά με τη διδακτική προσέγγιση της δραματικής τέχνης. Εφάρμοσε η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δικές της μεθόδους; Ποιο δόγμα έδινε πνοή στη διδασκαλία; Οι μαθητές ενδιαφέρονταν με τη φοίτηση να αποκτήσουν απλώς τυπικά προσόντα για κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη ή να γίνουν «επαναστάτες της θεατρικής τέχνης»; Κατά πόσο το τρίπτυχο, στο οποίο αναφέρθηκε το 1924 ο Σπύρος Μελάς, «καινούργιο πνεύμα, καινούργια πίστη και καινούργια αντίληψη» επικράτησε διαχρονικά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού; Ποια ήταν δηλαδή η κατεύθυνση της σχολής και ποια η συμβολή της στην επίτευξη των στόχων του Εθνικού Θεάτρου; Τι είδους δραματικές μορφές πίστευαν ότι θα έπρεπε να ενσαρκώσει ο σπουδαστής για να προσεγγίσει αυτόν το σκοπό και ποια έννοια έπρεπε να δοθεί στον δραματικό χαρακτήρα για να επιτευχθεί καλύτερα η ενσάρκωση αυτών των μορφών; Πώς και τι δίδαξε η σχολή, σε ποιο θέατρο επιδίωξε να οδηγήσει, πώς συγκρότησε και κατηύθυνε το ανθρώπινο υλικό και πώς διαχειρίστηκε το άψυχο, δηλαδή την υλικοτεχνική υποδομή;

Η μελέτη δεν περιορίζεται στην απλή παράθεση στοιχείων που αφορούν τη διαχρονική εξέλιξη της σχολής, αλλά υπακούει σε μια συνολική αντίληψη της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας του πολιτισμού.

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Η Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε το διδακτορικό της στην Ιστορία από το πανεπιστήμιο Paris I - Σορβόννη. Είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας του Αστικού Χώρου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης), όπου διδάσκει ιστορία των πόλεων, αστική γεωγραφία, και πολιτιστική πολιτική. Διετέλεσε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας των Ιστορικών των Πόλεων (EAUH) και σήμερα είναι επίτιμο μέλος της. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία των αστικών πολιτικών και της δημόσιας υγείας και πρόσφατα στην πολιτιστική ιστορία και πολιτική. Έχει συγγράψει βιβλία, έχει επιμεληθεί συλλογικούς τόμους και έχει δημοσιεύσει σημαντικό αριθμό επιστημονικών άρθρων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η Μαρία Λουίζα Τζόγια-Μοάτσου είναι κόρη του Νίκου Τζόγια, πρωταγωνιστή και διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, καθηγητή και διευθυντή της Δραματικής Σχολής του. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, όπου η πτυχιακή εργασία της είχε θέμα τη μελέτη κτιρίου για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στην Αθήνα. Εργάστηκε στην τεχνική υπηρεσία του Εθνικού Θεάτρου και συμμετείχε στην ομάδα μελέτης του νέου κτιρίου του Εθνικού Θεάτρου υπό την εποπτεία του καθηγητή Χρήστου Αθανασόπουλου. Εργάζεται ως μελετήτρια αρχιτέκτων στην Αθήνα. Έχει εκπονήσει μελέτες για κατοικίες, κτίρια γραφείων, εμπορικούς χώρους και σχολεία. Παράλληλα συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα και αρθρογραφεί σε αρχιτεκτονικά περιοδικά.

Τη βραδιά της παρουσίασης το βιβλίου Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου θα διατίθεται προς πώληση στο Αμφιθέατρο του Μουσείου.

23/12/11

Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

ΛΥΔΙΑ ΣΑΠΟΥΝΑΚΗ-ΔΡΑΚΑΚΗ 
ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΤΖΟΓΙΑ-ΜΟΑΤΣΟΥ 
Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Εισαγωγικά σημειώματα: Σπύρος Ευαγγελάτος,
Βίκτωρ Αρδίττης
Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2011
539 σελ. με 46 α/μ εικόνες
ISBN: 978-960-250-483-3 (χαρτόδετο)
         978-960-250-484-0 (πανόδετο)
Τιμή χαρτόδετου 40.00 €, τιμή πανόδετου 50.00 € 
Στο βιβλιοπωλείο μας τιμή χαρτόδετου 36.00 € / τιμή πανόδετου 45.00 €


Η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ιδρύθηκε το 1930, συγχρόνως με το Εθνικό Θέατρο και αφού είχαν προηγηθεί πολύχρονες, αποσπασματικές και συνήθως αναποτελεσματικές προσπάθειες εκπαίδευσης των ηθοποιών, κυρίως από ιδιώτες. Ως παράρτημα του Θεάτρου συνδέθηκε –και συνδέεται– στενά με την ιστορία της πόλης, δεδομένου ότι αντικατόπτριζε τις αξίες της τοπικής κοινωνίας και του αστικού πολιτισμού.

Ο Αιμίλιος Βεάκης και ο Θεόδωρος Συναδινός περιστοιχισμένοι
 από μαθητές της Επαγγελματικής Σχολής Θεάτρου.
Γύρω στα 1929. ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, Αρχείο Θ. Συναδινού 

Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της η σχολή συμπεριέλαβε στο διδακτικό προσωπικό της σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, οι οποίοι άφησαν πολύτιμο έργο στα θεατρικά δρώμενα του τόπου. Άλλωστε, πολλοί από τους αποφοίτους της υπήρξαν οι κατοπινοί πρωταγωνιστές του Εθνικού αλλά και του ελεύθερου θεάτρου, σκηνοθέτες, θεατρικοί κριτικοί, ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, ηθοποιοί του κινηματογράφου και, αργότερα, της τηλεόρασης. Η εφαρμογή των προγραμμάτων διδασκαλίας της σχολής, σε συνάρτηση με τις στεγαστικές ανάγκες της, αντιμετωπίστηκε κατά περιόδους με διάφορους και συχνά περιπετειώδεις τρόπους.

Η Κατίνα Παξινού το 1958 περιστοιχισμένη από τους τελειόφοιτους μαθητές της
Θάνο Λειβαδίτη, Νίκο Κούρκουλο, Ελένη Καρπέτα και Γιώργο Πάντζα.
Πρακτορείο Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ, ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ
Αρχείο Κατίνας Παξινού - Αλέξη Μινωτή 

Μέσα από την ενδελεχή μελέτη των ανέκδοτων πρακτικών των συνεδριάσεων του συλλόγου καθηγητών της σχολής και άλλων πηγών καταγράφεται η εξελικτική πορεία της, διερευνώνται συστηματικά οι μηχανισμοί υλοποίησης της θεατρικής εκπαίδευσης τα τελευταία 80 χρόνια και αποδεικνύεται η διαχρονικότητα των ευρύτερων προβληματισμών σχετικά με την εκπαίδευση των ηθοποιών. Η έρευνα επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά ερωτήματα σχετικά με τη διδακτική προσέγγιση της δραματικής τέχνης. Εφάρμοσε η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δικές της μεθόδους; Ποιο δόγμα έδινε πνοή στη διδασκαλία; Οι μαθητές ενδιαφέρονταν με τη φοίτηση να αποκτήσουν απλώς τυπικά προσόντα για κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη ή να γίνουν «επαναστάτες της θεατρικής τέχνης»; Κατά πόσο το τρίπτυχο, στο οποίο αναφέρθηκε το 1924 ο Σπύρος Μελάς, «καινούργιο πνεύμα, καινούργια πίστη και καινούργια αντίληψη» επικράτησε διαχρονικά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού; Ποια ήταν δηλαδή η κατεύθυνση της σχολής και ποια η συμβολή της στην επίτευξη των στόχων του Εθνικού Θεάτρου; Τι είδους δραματικές μορφές πίστευαν ότι θα έπρεπε να ενσαρκώσει ο σπουδαστής για να προσεγγίσει αυτόν το σκοπό και ποια έννοια έπρεπε να δοθεί στον δραματικό χαρακτήρα για να επιτευχθεί καλύτερα η ενσάρκωση αυτών των μορφών; Πώς και τι δίδαξε η σχολή, σε ποιο θέατρο επιδίωξε να οδηγήσει, πώς συγκρότησε και κατηύθυνε το ανθρώπινο υλικό και πώς διαχειρίστηκε το άψυχο, δηλαδή την υλικοτεχνική υποδομή;

Κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της σχολής από τον διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Αλέξη Μινωτή το 1980. Παρόντες οι καθηγητές Νίκος Τζόγιας, Τάσος Ρούσσος, Μαίρη Αρώνη, το μέλος του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου Μ.Καρύδης και στο βάθος ο γραμματέας της σχολής Τάκης Ταραμπίκος. Αρχείο Τάσου Ρούσσου

Η Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε το διδακτορικό της στην Ιστορία από το πανεπιστήμιο Paris I-Σορβόννη. Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια της Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας του Αστικού Χώρου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης), όπου διδάσκει ιστορία των πόλεων, αστική γεωγραφία και πολιτιστική πολιτική. Διετέλεσε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας των Ιστορικών των Πόλεων (EAUH) και σήμερα είναι επίτιμο μέλος της. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία των αστικών πολιτικών και της δημόσιας υγείας και πρόσφατα στην πολιτιστική ιστορία και πολιτική. Έχει συγγράψει βιβλία, έχει επιμεληθεί συλλογικούς τόμους και έχει δημοσιεύσει σημαντικό αριθμό επιστημονικών άρθρων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η Μαρία Λουίζα Τζόγια-Μοάτσου είναι κόρη του Νίκου Τζόγια, πρωταγωνιστή και διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, καθηγητή και διευθυντή της Δραματικής Σχολής του. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, όπου η πτυχιακή εργασία της είχε θέμα τη μελέτη κτιρίου για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στην Αθήνα. Εργάστηκε στην τεχνική υπηρεσία του Εθνικού Θεάτρου και συμμετείχε στην ομάδα μελέτης του νέου κτιρίου του Εθνικού Θεάτρου υπό την εποπτεία του καθηγητή Χρήστου Αθανασόπουλου. Εργάζεται ως μελετήτρια αρχιτέκτων στην Αθήνα. Έχει εκπονήσει μελέτες για κατοικίες, κτίρια γραφείων, εμπορικούς χώρους και σχολεία. Παράλληλα συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα και αρθρογραφεί σε αρχιτεκτονικά περιοδικά.