Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/12/19

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Bernard Williams
Η κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας
Σειρά: minima, αρ. 14
Μετάφραση: Σάββας Κονταράτος
Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2019 (Νοέμβριος)
Σελίδες: 136
Διαστάσεις: 12 x 19 εκ.
ISBN πανόδετου: 978-960-250-747-6
Τιμή: 12,00 € // στο βιβλιοπωλείο μας 10,80 €



Στο δοκίμιό του «Η κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1981, ο Μπέρναρντ Ουίλλιαμς επανεξετάζει τι κληροδότησε η αρχαία ελληνική σκέψη στη νεότερη δυτική φιλοσοφία.

«Στη φιλοσοφία οι Έλληνες εγκαινίασαν σχεδόν όλα τα μείζονα πεδία της – τη μεταφυσική, τη λογική, τη φιλοσοφία της γλώσσας, τη γνωσιολογία, την ηθική, την πολιτική φιλοσοφία και (μολονότι σε πολύ πιο περιορισμένο βαθμό) τη φιλοσοφία της τέχνης. Όχι μόνο θεμελίωσαν αυτούς τους τομείς έρευνας, αλλά προοδευτικά διέκριναν πολλά ζητήματα που θα αναγνωρίζονταν ως τα βασικότερα στους τομείς αυτούς. Επιπρόσθετα, ανάμεσα σε όσους θεμελίωσαν αυτές τις εξελίξεις υπήρξαν δύο, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, οι οποίοι πάντοτε, οπουδήποτε στον δυτικό κόσμο γνώριζαν και μελετούσαν τη φιλοσοφία, λογίζονταν κορυφαίοι σε φιλοσοφική ιδιοφυΐα και σε εύρος επιτευγμάτων‧ και που η επιρροή τους, άμεσα ή έμμεσα, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, κάτω από εξαιρετικά ποικίλα είδη ερμηνείας, υπήρξε σταθερά παρούσα στην ανάπτυξη που γνώρισε έκτοτε η δυτική φιλοσοφική παράδοση.»

Ευρύτερα γνωστός για τις μελέτες του στο πεδίο της ηθικής, ο άγγλος φιλόσοφος στέκεται ιδιαίτερα στην ηθική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων, αποφαινόμενος ότι «δεν ήταν μόνο διαφορετική από το μεγαλύτερο μέρος της νεότερης σκέψης, ιδιαίτερα εκείνης που επηρεάστηκε από τον χριστιανισμό, αλλά και πολύ καλύτερα σχηματισμένη». Και καταλήγει: «η ελληνική ηθική σκέψη, σε πολλές από τις βασικές δομές της και, προπάντων, στην αδυναμία της να διαχωρίσει τα ερωτήματα για το πώς πρέπει κανείς να σχετίζεται με τους άλλους και με την κοινωνία από τα ερωτήματα για το ποιον βίο αξίζει κανείς να διάγει και το τι βασικά επιθυμεί, αντιπροσωπεύει ένα από τα ελάχιστα σύνολο ιδεών που μπορούν να μας βοηθήσουν τώρα να θέσουμε την ηθική σκέψη σε έντιμη επαφή με την πραγματικότητα».

Ο άγγλος φιλόσοφος Μπέρναρντ Ουίλλιαμς (1929–2003) σπούδασε στην Οξφόρδη και δίδαξε σε κορυφαία πανεπιστήμια της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Συνδυάζοντας μια βαθιά ουμανιστική παιδεία με τάσεις της αναλυτικής φιλοσοφίας, άσκησε κριτική στις ηθικές θεωρίες του Καντ και του ωφελιμισμού επειδή παραγνωρίζουν την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχολογίας και της κοινωνικής ζωής.

Ο Σάββας Κονταράτος είναι ομότιμος καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Από τις εκδόσεις του ΜΙΕΤ κυκλοφορεί η δίτομη εμπεριστατωμένη μελέτη του με τίτλο Ουτοπία και πολεοδομία (2014). Έχει επίσης μεταφράσει το κλασικό δοκίμιο του ιστορικού της τέχνης Έρβυν Πανόφσκυ Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός (1951) για τη σειρά minima του ΜΙΕΤ (2018).


(πηγή: ΜΙΕΤ)


29/1/18

ΓΟΤΘΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Erwin Panofsky
Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός

Σειρά minima, αρ. 9
Μετάφραση: Σάββας Κονταράτος
Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2018
Σελίδες: 154, με 60 α/μ φωτογραφίες και σχέδια
Διαστάσεις: 11 x 18 εκ.
ISBN 978-960-250-701-8
Τιμή: 11,95 / στο βιβλιοπωλείο μας 10,76 €




Αφότου πρωτοεκδόθηκε, το 1951, η σημαντική αυτή διάλεξη του Έρβιν Πανόφσκυ δεν έχει σταματήσει να αποτελεί αντικείμενο έντονων συζητήσεων που υπερβαίνουν το πεδίο της ιστορίας της τέχνης και εκτείνονται γενικότερα στο χώρο της διανόησης. Τυπικό παράδειγμα εφαρμογής της εικονολογικής θεωρίας που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πανόφσκυ, η μελέτη αυτή δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει απλώς ένα καλλιτεχνικό στιλ, αλλά να φέρει στο φως αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «εγγενή σημασία ή εγγενές περιεχόμενο» του συνολικότερου πολιτισμικού φαινομένου της γοτθικής αρχιτεκτονικής, τη σχέση του δηλαδή με τις βαθύτερες, ενδεχομένως ασυνείδητες, οπωσδήποτε όμως θεμελιώδεις πνευματικές τάσεις της εποχής και του περιβάλλοντος που το γέννησαν.

Εκκινώντας από την παραλληλία που διακρίνει την εξέλιξη της γοτθικής αρχιτεκτονικής και του σχολαστικισμού σε μια δεδομένη περίοδο (12ος–13ος αιώνας) και μια συγκεκριμένη περιοχή (σε ακτίνα 150 χλμ. γύρω από το Παρίσι), ο Πανόφσκυ επιχειρεί μια αιτιακή σύνδεσή τους. Βλέπει στις γοτθικές μορφές την έκφραση της ίδιας «πνευματικής έξης» που χαρακτηρίζει τον σχολαστικισμό, ο οποίος ούτως ή άλλως κατείχε εκείνη την περίοδο και στη συγκεκριμένη περιοχή «κάτι σαν μονοπώλιο στην εκπαίδευση». Σύμφωνα με τον Πανόφσκυ, η κατεξοχήν έκφραση του σχολαστικού πνεύματος, η Summa –αυτό το «όργιο λογικής», η απόπειρα για «μια συνθήκη μόνιμης ειρήνης μεταξύ πίστης και λόγου», όπως τη χαρακτηρίζει–, και η κατεξοχήν μορφή της γοτθικής αρχιτεκτονικής, ο καθεδρικός ναός, διέπονται από τις ίδιες βασικές αρχές: (α) ολότητα, (β) οργάνωση σύμφωνα με ένα σύστημα από ομόλογα μέρη και μέρη μερών και (γ) ευκρίνεια και πειστικότητα της (παραγωγικής) συλλογιστικής. Άλλωστε για τον Πανόφσκυ, η βασική σχολαστική μέθοδος της disputatio (όπως τη διαμόρφωσε ο Αβελάρδος με το Sic et Non) αποτέλεσε το πρότυπο βάσει του οποίου εργάστηκαν και οι αρχιτέκτονες των καθεδρικών ναών, και ως εκ τούτου μπορεί να ερμηνεύσει την εξέλιξη των γοτθικών μορφών από μνημείο σε μνημείο.

Ο κριτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει πόσο βαθιά κατέχει ο Πανόφσκυ και με πόση κριτική δεξιοτεχνία χειρίζεται ένα θεωρητικοφιλοσοφικό υπόβαθρο που ξεκινά από τη μεσαιωνική φιλοσοφία και φτάνει μέχρι τον Έγελο, τον Μάνχαϊμ και τον Κασσίρερ. Κάθε αναγνώστης ωστόσο, μυημένος ή αμύητος, θα απολαύσει τον γοητευτικό τρόπο με τον οποίο «ξεκλειδώνει» τις επιβλητικές μορφές των γοτθικών καθεδρικών ναών, αποκαλύπτοντας μια αναπάντεχη και συναρπαστική εικόνα για τον πνευματικό ορίζοντα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, πέρα από προκαταλήψεις περί σκοταδισμού και ανορθολογικότητας.

Η έκδοση συμπληρώνεται με δύο χρήσιμα γλωσσάρια: το πρώτο περιλαμβάνει ξένους όρους και φράσεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, ενώ το δεύτερο επεξηγεί την αρχιτεκτονική ορολογία του κειμένου. 






3/3/15

ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ

Σάββας Κονταράτος
Ουτοπία και πολεοδομία

Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2014
Τόμος Α΄: 571 σελ. με 71 έγχρωμες και 288 α/μ εικόνες
Τόμος Β΄: 471 σελ. με 50 έγχρωμες και 200 α/μ εικόνες
ISBN (set) 978-960-250-624-0 (χαρτόδετο)
Τιμή 65 € / στο βιβλιοπωλείο μας 58,50 €
ISBN (set) 978-960-250-627-1 (πανόδετο)
Τιμή 80 € / στο βιβλιοπωλείο μας 72,00 €




Η συνάφεια της πολεοδομίας με την ουτοπία έχει ήδη επισημανθεί και σχολιαστεί από έγκριτους μελετητές. Στη μελέτη αυτή επιχειρείται μια συστηματικότερη και πολύπλευρη διερεύνηση αυτής της συνάφειας προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά θεμελιακά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τον κοινωνικό ουτοπισμό και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, πέρα από τις πρόδηλες αναλογίες τους για τις οποίες γίνεται λόγος στην εισαγωγή. Το κύριο σώμα της μελέτης αρθρώνεται σε τέσσερα μέρη.

Το πρώτο είναι αφιερωμένο σε μια γενική θεώρηση της ουτοπικής νοοτροπίας. Ανατέμνονται κατ’ αρχάς οι προτυπώσεις μιας ιδανικής πολιτείας που μας έχουν παραδοθεί από διανοητές διαφόρων εποχών, είτε ως φανταστικά αφηγήματα είτε ως μεταρρυθμιστικά προγράμματα, με στόχο να διακριβωθούν τα κοινά ιδεολογικά μοτίβα τους. Σε αυτές τις προτυπώσεις, που διέπονται κατά κανόνα από μια αφηρημένη ορθολογικότητα και έχουν αποκληθεί «ψυχρές» ουτοπίες, αντιβάλλεται ως «θερμή» έκφανση κοινωνικού ουτοπισμού η πίστη των αδικημένων του κόσμου τούτου στην έλευση ενός βασιλείου δικαιοσύνης και ελευθερίας, πίστη που εξέθρεψε πολυάριθμες θρησκευτικές αιρέσεις και λαϊκές εξεγέρσεις. Εξετάζονται επίσης οι ομόρροπες και αντίρροπες προς τον ουτοπισμό τάσεις που εκδηλώθηκαν στους χώρους της πολιτικής φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας.

Στο δεύτερο μέρος η διερεύνηση στρέφεται στις αστυφιλικές και αστυμαχικές διαθέσεις που συνόδευσαν την ανάπτυξη των πόλεων και στις πολεοδομικές ιδέες που εκφαίνονται τόσο στα κείμενα των ουτοπιστών όσο και στη χωρική οργάνωση των ουτοπικογενών κοινοτήτων που ιδρύθηκαν κατά καιρούς. Τα δύο επόμενα μέρη καταπιάνονται με την ανίχνευση του ουτοπικού ήθους στην πολεοδομική θεωρία και πράξη, όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί σε πραγματείες, διακηρύξεις, σχέδια ιδανικών πόλεων και προσχεδιασμένα οικιστικά συγκροτήματα. Επειδή κρίθηκε σκόπιμο να ενταχθούν αυτά τα τεκμήρια στα πολιτισμικά τους συμφραζόμενα, προκρίθηκε εν προκειμένω η μορφή ιστορικής επισκόπησης που απαιτούσε από μόνη της μια σχετική πληρότητα, δηλαδή και την αναφορά σε έργα που δεν έχουν άμεση σχέση με το θέμα. Έτσι, τα δύο αυτά μέρη μπορούν να διαβαστούν και ως συνοπτική ιστορία της πολεοδομίας.

Συγκεκριμένα, το τρίτο πραγματεύεται τις πολεοδομικές προτάσεις και εφαρμογές της Αρχαιότητας, του Μεσαίωνα, των εξωτικών πολιτισμών και των νεότερων χρόνων ως τη Βιομηχανική Επανάσταση, ενώ το τέταρτο επικεντρώνεται στο ουτοπικό πάθος της μοντέρνας πολεοδομίας και στην κριτική που της ασκήθηκε από αιρετικούς του μοντερνισμού και μεταμοντέρνους διανοητές. Στον απόλογο συνοψίζονται τα πορίσματα της έρευνας και παρουσιάζονται οι προβληματισμοί που ανακύπτουν από την έκπτωση του κοινωνικού ουτοπισμού και την απαξίωση του πολεοδομικού σχεδιασμού στις παρούσες μετανεωτερικές συνθήκες.

Ο Σάββας Κονταράτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Αργότερα, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, παρακολούθησε στη Γαλλία κύκλο μεταπτυχιακών μαθημάτων για σύγχρονες μεθόδους κατασκευής. Το 1983 η Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ έκαμε δεκτή τη διατριβή του και τον αναγόρευσε διδάκτορα με «άριστα παμψηφεί». Έχει εργαστεί στην Υπηρεσία Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (1956-1961), κυρίως για την ανοικοδόμηση της Σαντορίνης, και στο Γραφείο Δοξιάδη (1961-1971), όπου διετέλεσε προϊστάμενος κλάδου κτιριακών μελετών. Το 1972 ίδρυσε, με δύο συναδέλφους του, την Εταιρεία Μελετών Περιβάλλοντος ΕΠΕ, η οποία μέχρι το 1990 ανέπτυξε σημαντική μελετητική δραστηριότητα στην Ελλάδα και σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Το 1987 εξελέγη καθηγητής Θεωρίας του Χώρου και Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και δίδαξε μέχρι το 2001, οπότε του απονεμήθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Έχει επίσης διδάξει σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης (1992-1995) και του ΕΜΠ (1997-2006). Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται η διδακτορική διατριβή του Η εμπειρία του αρχιτεκτονημένου χώρου και το σωματικό σχήμα (Καστανιώτης, Αθήνα, 1983), οι συλλογές άρθρων και ομιλιών του Αρχιτεκτονική και παράδοση (Καστανιώτης, Αθήνα, 1986) και Δοκίμια αρχιτεκτονικής (Libro, Αθήνα, 2009), καθώς και πολυάριθμα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις.