Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/6/19

Ο ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΚΡΕΚΟ

Νίκος Χατζηνικολάου
Ο μοντερνισμός του Γκρέκο


Σειρά: minima, Αρ. 13
Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2019
Σελίδες: 176 με 48 έγχρωμες και 2 α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 11,5 x 18,5 εκ.
ISBN πανόδετου: 978-960-250-738-4
Τιμή: 15,00 € // στο βιβλιοπωλείο μας 13,50 €




Στο δέκατο τρίτο δοκίμιο της σειράς minima του ΜΙΕΤ ο ιστορικός της τέχνης Νίκος Χατζηνικολάου εξετάζει και αναλύει τα μοντερνιστικά στοιχεία στο έργο του Γκρέκο.

«Ο “μοντερνισμός” του ζωγράφου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι ενστερνίστηκε την ιταλική καλλιτεχνική θεωρία και χρησιμοποίησε τις συνταγές των βενετσιάνικων εργαστηρίων. Ό,τι έχει παρατηρηθεί στο έργο του από θετική ή αρνητική σκοπιά επί τέσσερις αιώνες –η απουσία συμμετρίας, η παραμόρφωση των αναλογιών, οι παραβιάσεις της εικονογραφικής παράδοσης, η άρνηση του χώρου, η δουλειά με χρωματικούς λεκέδες πάνω στον καμβά– προέρχεται από τις ιταλικές εμπειρίες και τη “μαθητεία” του εκεί. Όταν βρισκόταν στην Ιταλία, στις δεκαετίες του 1560 και του 1570, η Αναγέννηση ήταν πια ένα μακρινό όνειρο. Δεν υπάρχει λόγος να επαινεί κανείς ένα ζωγράφο που ήρθε από μια διαφορετική πολιτιστική παράδοση, ιδιαίτερα ως προς την αντίληψη της “εικόνας”, για το γεγονός ότι αρνήθηκε τα αναγεννησιακά αξιώματα για τη ζωγραφική τέχνη με τόσο ριζοσπαστικό τρόπο. Έτσι κι αλλιώς άλλοι είχαν προηγηθεί. Ως προς την άρνηση της Αναγέννησης αρκεί να σκεφθούμε τι υλοποίησαν ζωγράφοι όπως ο Ποντόρμο, o Ρόσσο ή ο Μπεκκαφούμι στην Τοσκάνη, οι οποίοι πεθαίνουν όταν ο Γκρέκο δεν έχει ακόμα βγει από την εφηβεία. Μπορεί όμως κανείς να αναγνωρίσει τη συνέπεια και τη δύναμη με την οποία συνέχισε και διεύρυνε στην Ισπανία όσα είχε μάθει στη Βενετία και τη Ρώμη, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έργα απαράμιλλης τόλμης.
Απομονωμένος στο Τολέδο, ο ζωγράφος, περισσότερο ενστικτωδώς παρά κατά τρόπο προγραμματικό και συστηματικό, έκανε πειράματα αδιανόητα για την κοινωνία στην οποία ζούσε. Ο δημιουργικός ρόλος της απομόνωσης του δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ήταν από περισσότερες πλευρές ένα κίνητρο, το σταθερό ελατήριο της δράσης του.

Πυρήνας του μοντερνισμού του, τόσο από κοινωνική όσο και από αισθητική άποψη, μπορεί να θεωρηθεί η διεκδίκηση (όχι με λόγια και έννοιες στο χαρτί αλλά με τη ζωγραφική πράξη) του δικαιώματος που έχει ο καλλιτέχνης / παραγωγός, ως δημιουργός, να “παίζει” κατά το δοκούν με τα συστατικά στοιχεία της εικόνας.»

Ο συγγραφέας μελετάει απ’ αυτή τη σκοπιά τρία κορυφαία έργα του καλλιτέχνη και εντοπίζει τα ριζοσπαστικά στοιχεία τους: τον Διαμερισμό των ιματίων του Ιησού, το λεγόμενο Expolio, το οποίο ζωγράφισε στην αρχή της παραμονής του στην Ισπανία (1577-1579), την Παναγία Ελεούσα στην Ιγιέσκας (1605) και το ώριμο έργο του Άποψη και χάρτης του Τολέδο (περ. 1610-1614).


Ο Νίκος Χατζηνικολάου, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1938 και σπούδασε στη Αυστρία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Δίδαξε επίσης σε πολλά ξένα πανεπιστήμια ως επισκέπτης καθηγητής. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την τέχνη του Γκρέκο και έχει συγγράψει πολλά βιβλία και επιστημονικά άρθρα.

(πηγή: ΜΙΕΤ)


24/3/18

Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΡΗΣ ΑΝΑΠΟΛΗΣΗΣ. Ο ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ

Παναγιώτα Μήνη  
 Η κινηματογραφική μορφή του πόνου και της οδυνηρής αναπόλησης. Ο μοντερνισμός του Τάκη Κανελλόπουλου

Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2018 

Σελίδες: 442, με 121 έγχρωμες και α/μ φωτογραφίες 
Διαστάσεις: 14 x 21 εκ. 
ISBN 978-960-250-679-0 
Τιμή: 25,00 € / στο βιβλιοπωλείο μας 18,75 €



Το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη επιστημονική μονογραφία για το κινηματογραφικό έργο του Τάκη Κανελλόπουλου (1934-1990), του ξεχωριστού δημιουργού από τη Θεσσαλονίκη που χάρισε στον ελληνικό κινηματογράφο ταινίες όπως ο Μακεδονικός γάμος (1960), ο Ουρανός (1962), η Εκδρομή (1966), η Παρένθεση (1968), το Χρονικό μιας Κυριακής (1975) και το Ρομαντικό σημείωμα (1978). Συνδυάζοντας διακειμενικές και φορμαλιστικές αναλύσεις, η μελέτη εξετάζει το έργο του Κανελλόπουλου μέσα στο ιστορικό και καλλιτεχνικό πλαίσιό του και εξηγεί τους τρόπους με τους οποίους ο σκηνοθέτης απέκλινε από παραδοσιακές πρακτικές και πρότεινε την προσωπική του εκδοχή για έναν καλλιτεχνικό κινηματογράφο. Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο φωτίζει τις ταινίες του Κανελλόπουλου σε σχέση με εθνολογικές και ιστορικές μελέτες της εποχής, με τη λογοτεχνική και εικαστική παραγωγή της γενέτειράς του και με παράλληλες κινηματογραφικές εξελίξεις στην ανατολική και τη δυτική Ευρώπη. Παρακολουθεί και σχολιάζει την πρόσληψη των ταινιών του από την κριτική της εποχής και αναλύει τις αφηγηματικές και υφολογικές τεχνικές με τις οποίες ο Κανελλόπουλος μετουσίωσε τις προσλαμβάνουσές του σε έναν μοντερνιστικό κινηματογράφο που αποτύπωσε με εκφραστικότητα τον αιώνιο ανθρώπινο πόνο –στον πόλεμο, στον έρωτα, στην κάθε μορφής απώλεια και στην αναπόληση του παρελθόντος.

Όπως σημειώνει η συγγραφέας στην Εισαγωγή της, για να πετύχει τους στόχους του, ο σκηνοθέτης «απέρριψε τη σφιχτή αιτιοκρατία και τη σαφήνεια του κλασικού κινηματογράφου στην ανάπτυξη της πλοκής. Αντ’ αυτού μετέδωσε τις ιστορίες με ελλειπτικότητα, καλλιέργησε την αμφισημία και την αφαίρεση, πειραματίστηκε με τον εσωτερικό μονόλογο και τον ποιητικό λόγο και μετάγγισε στις ταινίες του πολλαπλά επίπεδα αυτοαναφορικότητας». Στο υφολογικό επίπεδο, «χρησιμοποίησε αργούς ρυθμούς στην ένωση των πλάνων, λήψεις μεγάλης διάρκειας, αργές κινήσεις της κάμερας ή στατικές λήψεις, μετρημένες κινήσεις ηθοποιών, εκφραστικό φωτισμό, λιγοστούς φυσικούς ήχους και πλούσια μουσική υπόκρουση», ενώ ως σκηνικό προτίμησε σχεδόν αποκλειστικά τους φυσικούς, εξωτερικούς χώρους. Στα επιμέρους κεφάλαια εξετάζονται μία προς μία οι ταινίες του Κανελλόπουλου και στο τέλος γίνεται αναφορά στο πεζογραφικό του έργο, με το οποίο ασχολήθηκε όταν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο.

Η ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΗΝΗ είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας του Κινηματογράφου στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τα θέματα της έρευνάς της περιλαμβάνουν τον ελληνικό κινηματογράφο, τον σοβιετικό κινηματογράφο, τα σενάρια του Νίκου Καζαντζάκη και τις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής αρχαιότητας, εστιάζοντας ιδιαίτερα σε ζητήματα φόρμας, ιδεολογίας και πρόσληψης.

 (πηγη: ΜΙΕΤ)

3/3/15

ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ

Σάββας Κονταράτος
Ουτοπία και πολεοδομία

Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2014
Τόμος Α΄: 571 σελ. με 71 έγχρωμες και 288 α/μ εικόνες
Τόμος Β΄: 471 σελ. με 50 έγχρωμες και 200 α/μ εικόνες
ISBN (set) 978-960-250-624-0 (χαρτόδετο)
Τιμή 65 € / στο βιβλιοπωλείο μας 58,50 €
ISBN (set) 978-960-250-627-1 (πανόδετο)
Τιμή 80 € / στο βιβλιοπωλείο μας 72,00 €




Η συνάφεια της πολεοδομίας με την ουτοπία έχει ήδη επισημανθεί και σχολιαστεί από έγκριτους μελετητές. Στη μελέτη αυτή επιχειρείται μια συστηματικότερη και πολύπλευρη διερεύνηση αυτής της συνάφειας προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινά θεμελιακά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τον κοινωνικό ουτοπισμό και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, πέρα από τις πρόδηλες αναλογίες τους για τις οποίες γίνεται λόγος στην εισαγωγή. Το κύριο σώμα της μελέτης αρθρώνεται σε τέσσερα μέρη.

Το πρώτο είναι αφιερωμένο σε μια γενική θεώρηση της ουτοπικής νοοτροπίας. Ανατέμνονται κατ’ αρχάς οι προτυπώσεις μιας ιδανικής πολιτείας που μας έχουν παραδοθεί από διανοητές διαφόρων εποχών, είτε ως φανταστικά αφηγήματα είτε ως μεταρρυθμιστικά προγράμματα, με στόχο να διακριβωθούν τα κοινά ιδεολογικά μοτίβα τους. Σε αυτές τις προτυπώσεις, που διέπονται κατά κανόνα από μια αφηρημένη ορθολογικότητα και έχουν αποκληθεί «ψυχρές» ουτοπίες, αντιβάλλεται ως «θερμή» έκφανση κοινωνικού ουτοπισμού η πίστη των αδικημένων του κόσμου τούτου στην έλευση ενός βασιλείου δικαιοσύνης και ελευθερίας, πίστη που εξέθρεψε πολυάριθμες θρησκευτικές αιρέσεις και λαϊκές εξεγέρσεις. Εξετάζονται επίσης οι ομόρροπες και αντίρροπες προς τον ουτοπισμό τάσεις που εκδηλώθηκαν στους χώρους της πολιτικής φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας.

Στο δεύτερο μέρος η διερεύνηση στρέφεται στις αστυφιλικές και αστυμαχικές διαθέσεις που συνόδευσαν την ανάπτυξη των πόλεων και στις πολεοδομικές ιδέες που εκφαίνονται τόσο στα κείμενα των ουτοπιστών όσο και στη χωρική οργάνωση των ουτοπικογενών κοινοτήτων που ιδρύθηκαν κατά καιρούς. Τα δύο επόμενα μέρη καταπιάνονται με την ανίχνευση του ουτοπικού ήθους στην πολεοδομική θεωρία και πράξη, όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί σε πραγματείες, διακηρύξεις, σχέδια ιδανικών πόλεων και προσχεδιασμένα οικιστικά συγκροτήματα. Επειδή κρίθηκε σκόπιμο να ενταχθούν αυτά τα τεκμήρια στα πολιτισμικά τους συμφραζόμενα, προκρίθηκε εν προκειμένω η μορφή ιστορικής επισκόπησης που απαιτούσε από μόνη της μια σχετική πληρότητα, δηλαδή και την αναφορά σε έργα που δεν έχουν άμεση σχέση με το θέμα. Έτσι, τα δύο αυτά μέρη μπορούν να διαβαστούν και ως συνοπτική ιστορία της πολεοδομίας.

Συγκεκριμένα, το τρίτο πραγματεύεται τις πολεοδομικές προτάσεις και εφαρμογές της Αρχαιότητας, του Μεσαίωνα, των εξωτικών πολιτισμών και των νεότερων χρόνων ως τη Βιομηχανική Επανάσταση, ενώ το τέταρτο επικεντρώνεται στο ουτοπικό πάθος της μοντέρνας πολεοδομίας και στην κριτική που της ασκήθηκε από αιρετικούς του μοντερνισμού και μεταμοντέρνους διανοητές. Στον απόλογο συνοψίζονται τα πορίσματα της έρευνας και παρουσιάζονται οι προβληματισμοί που ανακύπτουν από την έκπτωση του κοινωνικού ουτοπισμού και την απαξίωση του πολεοδομικού σχεδιασμού στις παρούσες μετανεωτερικές συνθήκες.

Ο Σάββας Κονταράτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Αργότερα, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, παρακολούθησε στη Γαλλία κύκλο μεταπτυχιακών μαθημάτων για σύγχρονες μεθόδους κατασκευής. Το 1983 η Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ έκαμε δεκτή τη διατριβή του και τον αναγόρευσε διδάκτορα με «άριστα παμψηφεί». Έχει εργαστεί στην Υπηρεσία Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (1956-1961), κυρίως για την ανοικοδόμηση της Σαντορίνης, και στο Γραφείο Δοξιάδη (1961-1971), όπου διετέλεσε προϊστάμενος κλάδου κτιριακών μελετών. Το 1972 ίδρυσε, με δύο συναδέλφους του, την Εταιρεία Μελετών Περιβάλλοντος ΕΠΕ, η οποία μέχρι το 1990 ανέπτυξε σημαντική μελετητική δραστηριότητα στην Ελλάδα και σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Το 1987 εξελέγη καθηγητής Θεωρίας του Χώρου και Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και δίδαξε μέχρι το 2001, οπότε του απονεμήθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Έχει επίσης διδάξει σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης (1992-1995) και του ΕΜΠ (1997-2006). Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται η διδακτορική διατριβή του Η εμπειρία του αρχιτεκτονημένου χώρου και το σωματικό σχήμα (Καστανιώτης, Αθήνα, 1983), οι συλλογές άρθρων και ομιλιών του Αρχιτεκτονική και παράδοση (Καστανιώτης, Αθήνα, 1986) και Δοκίμια αρχιτεκτονικής (Libro, Αθήνα, 2009), καθώς και πολυάριθμα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις.